ἴστωρ και ἵστωρ ό, ἡ (Α) 1. αυτός που γνωρίζει τους νόμους και το δίκαιο, κριτής, δικαστής 2. μάρτυρας 3. ως επίθ. έμπειρος 4. (το αρσ. στον πληθ.) οἱ ἵστορες οι διαιτητές. [ΕΤΥΜΟΛ. < *Fίδ- τωρ (με τροπή τού δ σε σ προ τού οδοντικού τ) < *Fιδ-, μηδενισμένη βαθμίδα τής ΙΕ ρίζας *weid- «βλέπω» + κατάλ. -τωρ δηλωτική τού δρώντος προσώπου. Πρόκειται για παρ. τού ρ. οἶδα (πρβλ. ἰδ-εῖν < *Fιδ-εῖν). ΠΑΡ. ιστορία, ιστορώ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Διαγώνισμα Α΄ Λυκείου: Γλωσσομάθεια
Φροντιστηριακός Ιστότοπος: Διαγώνισμα Α΄ Λυκείου: Γλωσσομάθεια : ΚΕΙΜΕΝΟ Η παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα στην οποία ζούμε είναι ένα διπρό...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου