Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΘΕΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΘΕΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ

Α. Η έννοια της προπαγάνδας
·         Με τον όρο προπαγάνδα εννοούμε κάθε συστηματική προσπάθεια διάδοσης ιδεών, αξιών, δογμάτων ή προϊόντων.
·         Στόχος της προπαγάνδας είναι η τυφλή αποδοχή των προωθούμενων ιδεών ή προϊόντων από ένα πλήθος ανθρώπων. Για το λόγο αυτό, οι εκάστοτε προπαγανδιστές προσπαθούν να ακυρώσουν την κριτική σκέψη των δεκτών των μηνυμάτων τους, χρησιμοποιώντας μέσα εξαπάτησης και φανατισμού.
·         Η βασική τεχνική της προπαγάνδας βασίζεται στην απλοποίηση της πραγματικότητας και την άσκηση ψυχολογικής βίας (επίκληση στο συναίσθημα).
·         Η απλοποίηση της πραγματικότητας επιτυγχάνεται:
α)  μέσα από την απόκρυψη πλευρών της αλήθειας (πρβλ. το παλιό σύνθημα «ΠΑΣΟΚ = ΛΑΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ». Όπως γνωρίζουμε, στην πραγματικότητα ο λαός δεν κυβερνάει ο ίδιος αλλά μία πολιτική ελίτ, που έχει τα δικά της συμφέροντα. Ο ρόλος του λαού περιορίζεται απλά στο εκλέγει τους κυβερνώντες του, αφομοιώνοντας κατ’ επιλογή τα οράματα που εκείνοι φτιάχνουν γι’ αυτόν και υποτασσόμενος στις βουλές τους (ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη λήψη αντιλαϊκών μέτρων). Πρόκειται δηλαδή για μία σχέση εξουσίας, που το συγκεκριμένο σύνθημα, εξομοιώνοντας το λαό με το εν λόγω κόμμα, αποκρύπτει)
β) μέσα από την κενολογία (ιδιαίτερα αισθητή στα διάφορα σλόγκαν π.χ. «Εμπρός για μια Ελλάδα νέα»)
·         Η άσκηση ψυχολογικής βίας επιτυγχάνεται:
α)  μέσα από την κινδυνολογία ή και την καταστροφολογία (π.χ. «Μετανοείτε χριστιανοί, η ώρα της κρίσεως έρχεται!»)
β)  γενικότερα, μέσω της υπερβολής, τόσο στις διατυπώσεις (βερμπαλισμός), όσο και στις περιγραφές (γλαφυρότητα). Πρβλ. το παράδειγμα παρακάτω
γ)  μέσω της επίκλησης συμβόλων ή εννοιών με τεράστιο συναισθηματικό (δηλ. ιδεολογικό) βάρος (π.χ. πατρίδα, Ελλάδα, λαός, εργατική τάξη)
δ)  μέσα από τη συνθηματολογία, που, όντας τηλεγραφική και απλουστευτική, ακυρώνει την κριτική σκέψη και φανατίζει
·         Η προπαγανδιστική τεχνική χρησιμοποιεί επίσης:
α) την προσωπολατρία (πρβλ. τις προεκλογικές αφίσες με τα πρόσωπα των υποψηφίων πρωθυπουργών ή τα ολοκληρωτικά καθεστώτα)

β)  τη συνεχόμενη επανάληψη του μηνύματος, μέχρι να εντυπωθεί στο μυαλό του δέκτη

Β. Προπαγάνδα και διαφήμιση: σημεία ανάπτυξης του θέματος

·         Ομοιότητες της διαφήμισης[1] με την προπαγάνδα:
1.      Χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα (ραδιόφωνο, τηλεόραση, έντυπα, αφίσες κ.ά.)
2.      Έχουν τον ίδιο στόχο (αποδοχή από τον κόσμο ενός συγκεκριμένου μηνύματος ή προϊόντος)
3.      Χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνικές (επανάληψη μηνυμάτων, απλοποίηση πραγματικότητας, άσκηση ψυχολογικής βίας)

·         Συγκεκριμένα, οι ομοιότητες της διαφήμισης με την προπαγάνδα ως προς τις τεχνικές ανιχνεύεται στα εξής:
1.      Απόκρυψη πλευρών της αλήθειας (π.χ. πληροφοριών πάνω στην τιμή ή τις δόσεις αγοράς ενός προϊόντος)
2.      Προβολή (κυρίως αυτό!) μίας ψευδούς πραγματικότητας (ωραιοποίηση = εξαπάτηση)
3.      Χρήση συμβολισμών (π.χ. όταν ένα αυτοκίνητο παρουσιάζεται να το οδηγεί ένας πετυχημένος επιχειρηματίας)
4.      Συνθηματολογία (σλόγκαν)
5.      Υιοθέτηση συγκεκριμένων κάθε φορά χρωμάτων, μουσικών και εικόνων από τους ειδικούς επικοινωνιολόγους, ώστε, μέσω της συνειρμικής σκέψης, να υποβάλουν στους δέκτες κατευθυνόμενα μηνύματα (εξαπάτηση, έλεγχος)
6.      Επανάληψη μηνύματος
7.      Προσωπολατρία (στις πολιτικές διαφημίσεις)

·         Συνέπειες της διαφημιστικής προπαγάνδας
1.      Άσκηση ψυχολογικής βίας στους καταναλωτές (τους μαθαίνει να εξαρτούν το προσωπικό τους κύρος και την ευτυχία από τη δυνατότητα κατοχής συγκεκριμένων προϊόντων) → ροπή προς τον καταναλωτισμό, παράδοση στον υλισμό
2.      Συνέπειες του υλισμού: πνευματική ακαλλιέργεια, αποξένωση από τη μόρφωση και τις τέχνες (→ πολιτιστική έκπτωση, έξαρση φαινομένου λαϊκισμού, απώλεια κριτικού πνεύματος), αδιαφορία για τα κοινά και ηθική-αξιακή αποτελμάτωση (→ εκκένωση της δημοκρατίας από το βαθύτερο νόημά της, που είναι η ενεργός συμμετοχή του υπεύθυνου και κριτικά σκεπτόμενου πολίτη)
3.      Η διαφημιστική προπαγάνδα, προβάλλοντας συνεχώς εικόνες πλούτου, μπορεί να οδηγήσει ανθρώπους φτωχούς στην παραβατικότητα (κλοπές κλπ.)
4.      Σε περιόδους κρίσης (π.χ. μαζικής ανεργίας και φτώχειας, περιφερειακής ή και παγκόσμιας αστάθειας) και στο βαθμό που εκπορεύεται από ακραίους ιδεολογικοπολιτικούς χώρους, η διαφημιστική (πολιτική) προπαγάνδα μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη ενός κλίματος ρατσισμού, εθνικισμού ή και πολεμικής υστερίας → εξώθηση στη βία
5.      Γενικά, η πολιτική διαφήμιση, στο βαθμό που δεν αποκαλύπτει το σύνολο των θέσεων των κομμάτων και αναλώνεται στη στείρα συνθηματολογία ή και την προσωπολατρία, ακυρώνει την κριτική σκέψη των πολιτών και τους μετατρέπει σε πειθήνιους ή και φανατισμένους οπαδούς.
6.      Οι διαφημίσεις κοινωνικού περιεχομένου, αν και χρησιμοποιούν και αυτές προπαγανδιστικές τεχνικές (π.χ. προβολή σκελετωμένων παιδιών της Αφρικής, που έχουν ως στόχο τους να μας προκαλέσουν τον οίκτο ή και να μας ενοχοποιήσουν για την αδιαφορία που δείχνουμε απέναντι στο εκεί συντελούμενο δράμα), ωστόσο οδηγούν σε θετικά αποτελέσματα (ευαισθητοποίηση του κόσμου γύρω από ένα κοινωνικό πρόβλημα)

·         Προτάσεις αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της διαφημιστικής προπαγάνδας
1.      Θέσπιση νομικού πλαισίου, που να προστατεύει τον καταναλωτή από την αθέμιτη διαφήμιση
2.      Παιδεία (επαφή με τις μεγάλες πνευματικές αξίες → αντίσταση στον υλισμό ανάπτυξη κριτικού πνεύματος κλπ.)
3.      Γονείς (να αποκαλύπτουν στα παιδιά τους την πλάνη των διαφημίσεων και να τα μαθαίνουν στη φειδώ, προσανατολίζοντάς τα προς δημιουργικές δραστηριότητες)
4.      Σωστή διαχείριση ελεύθερου χρόνου (τέχνη, αθλητισμός, πολιτική): ο άνθρωπος ανακαλύπτει την πραγματική αξία του και αποκτά κύρος, όχι μέσα από τον καταναλωτισμό, αλλά εκφράζοντας (αξιοποιώντας) την εγγενή δημιουργικότητά του
5.      Διανοούμενοι: οφείλουν να εγείρουν ένα λόγο αντίστασης απέναντι στον υλισμό



[1]  Λαμβάνουμε υπόψη πως υπάρχουν τρία είδη διαφήμισης: η εμπορική, η κοινωνική και η πολιτική, όπου, πέρα από τις ομοιότητές τους, το καθένα διατηρεί και κάποια ιδιαίτερα γνωρίσματα.

ΓΥΝΑΙΚΑ – ΠΑΙΔΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥΣ


ΓΥΝΑΙΚΑ Ι. Μορφές παραβιάσεων

• Υποτίμηση - αποκλεισμός από τη δημόσια ζωή: η υποτίμηση και ο αποκλεισμός της γυναίκας από το δημόσιο χώρο υπήρξαν μόνιμα χαρακτηριστικά όλων ανεξαιρέτως των πολιτισμών από αρχαιοτάτων χρόνων. Στην εποχή μας, αν και έχουν γίνει τεράστια βήματα προόδου σε σχέση με το παρελθόν - χάρη, πρώτα απ’ όλα, στους μακροχρόνιους αγώνες του φεμινιστικού κινήματος - ωστόσο αποκλεισμοί και καθυστερημένες νοοτροπίες εξακολουθούν να επιβιώνουν. Οι γυναίκες σε πολλές περιπτώσεις (ιδιαίτερα στις μουσουλμανικές και τις τριτοκοσμικές χώρες, αλλά όχι μόνο) θεωρούνται ακόμα και σήμερα πλάσματα «κατώτερα», «αδύναμα» ή «μιαρά», που οφείλουν να μένουν κλεισμένα στο σπίτι, αφοσιωμένα στα «οικιακά τους καθήκοντα», υποχείρια των πατεράδων ή των συζύγων τους. Όπως δείχνουν οι επίσημες στατιστικές, ακόμα και στις ανεπτυγμένες χώρες οι γυναίκες σπουδάζουν και εργάζονται σε μικρότερα ποσοστά, ενώ στον πολιτικό στίβο και τα δημόσια αξιώματα η εκπροσώπησή τους είναι υπολειμματική (στις μουσουλμανικές και ορισμένες τριτοκοσμικές χώρες αποκλείονται από όλες τις δημόσιες δραστηριότητες δια νόμου).

• Οικονομική εκμετάλλευση: αν και οι παραδοσιακές μισθολογικές διακρίσεις μεταξύ αντρών και γυναικών έχουν πλέον εκλείψει - τουλάχιστον στις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου, όπου όμως δε λείπουν και οι εξαιρέσεις - ωστόσο η εργασιακή ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων και η παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων των γυναικών εξακολουθούν, έστω και άτυπα, να υφίστανται: όπως δείχνουν οι επίσημες στατιστικές, οι γυναίκες πλήττονται από την ανεργία περισσότερο, ενώ κάποιες φορές δυσκολεύονται να βρουν δουλειά, επειδή οι εργοδότες δεν εμπιστεύονται τη δυνατότητα επιβολής τους ή επειδή δε θέλουν να τους παραχωρήσουν την άδεια τοκετού, όποτε αυτός προκύψει.

 • Σωματική - σεξουαλική κακοποίηση: θύματα της μυϊκής υστέρησής τους, των καθυστερημένων ανδροκρατικών παραδόσεων και της οικονομικής εξάρτησής τους (που τις κρατάει δέσμιες κάποιου συζύγου ή πατέρα-«προστάτη»), οι γυναίκες βιώνουν συχνά την ταπείνωση και τον εξευτελισμό με τον πλέον επώδυνο τρόπο. Στη Νιγηρία, επειδή θεωρούνται φύσει αμαρτωλές και έκλυτες, υποβάλλονται σε νεαρή ηλικία στο επαίσχυντο μαρτύριο της κλειτοριδεκτομής, προκειμένου να μη νοιώθουν σεξουαλική ηδονή και να μην έχουν άρα κίνητρο για να απατήσουν τον άντρα τους. Στην ίδια χώρα αλλά και σε άλλες, όπου ισχύει ο μουσουλμανικός νόμος της «Σαρία», οι μοιχαλίδες και οι ανύπαντρες μητέρες τιμωρούνται με θάνατο δια λιθοβολισμού. Στα ανεπτυγμένα κράτη του καπιταλιστικού κέντρου μπορεί βέβαια να μη συναντάμε αντίστοιχες αγριότητες, ωστόσο οι βιασμοί και οι ξυλοδαρμοί γυναικών είναι ένα καθημερινό φαινόμενο, που αποδεικνύει πως και εκεί οι γυναίκες δεν έχουν καταφέρει ακόμα να γίνονται απόλυτα σεβαστές ως άνθρωποι με ανάγκες, επιθυμίες και δικαιώματα .

 • Πορνεία: η απόλυτη έκφραση του γυναικείου εξευτελισμού. Στη σημερινή εποχή γνωρίζει ιδιαίτερη έξαρση, λόγω της φτώχειας που μαστίζει τις τριτοκοσμικές χώρες και τα κράτη του πρώην ανατολικού συνασπισμού. Με την πορνεία το πρόβλημα δεν εστιάζεται μόνο στους κινδύνους που διατρέχει η γυναίκα από τους κάθε είδους πελάτες, «προστάτες» ή φορείς ασθενειών, αλλά και στην ισοπέδωση του ψυχοσυναισθηματικού της κόσμου, στη διάλυση της προσωπικής της ζωής και στην κοινωνική περιθωριοποίηση που βιώνει.

 • Πόλεμοι: οι γυναίκες και τα παιδιά είναι τα αθώα θύματα όλων των πολέμων. ΙΙ. Προτάσεις αντιμετώπισης • Νομική διασφάλιση της γυναικείας ισότητας από όλα τα κράτη

• Ανατροπή των καθυστερημένων παραδόσεων και νοοτροπιών μέσω της παιδείας και - όπου είναι αναγκαίο (π.χ. στην περίπτωση του μουσουλμανικού νόμου της Σαρία) - μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων. Άντρες και γυναίκες θα πρέπει να αποκτήσουν μία άλλη αντίληψη για το ρόλο τους, που δε θα βασίζεται στον ανταγωνισμό και την προκατάληψη, αλλά στην ισοτιμία και τον αμοιβαίο σεβασμό.
 • Οι ίδιες οι γυναίκες θα πρέπει να παλέψουν για τα δικαιώματά τους και να διεκδικήσουν μία άλλη θέση στην κοινωνία, αποβάλλοντας το αίσθημα υποτέλειας και τα στερεότυπα γύρω από το ρόλο τους, που πολλές φορές ενσωματώνουν και αναπαράγουν οι ίδιες.

 • Οικονομική, νομική και ψυχολογική υποστήριξη των άνεργων κακοποιημένων γυναικών από το κράτος.

 • Κρατική στήριξη των ανύπαντρων και άνεργων μητέρων μέσω επιδομάτων και προγραμμάτων απασχόλησης. Παροχή δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για τις ίδιες και τα παιδιά τους. ΠΑΙΔΙ Ι. Μορφές παραβιάσεων
 • Παιδική εργασία (ιδιαίτερα σε χώρες του τρίτου κόσμου, αλλά, ως ένα βαθμό και στο ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κέντρο)
• Συμμετοχή σε πολέμους: σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη η στρατολόγηση των παιδιών στους εμφύλιους πολέμους. Υπάρχει συνθήκη του Ο.Η.Ε. που την απαγορεύει, όμως δεν την έχουν υπογράψει όλα τα κράτη-μέλη του (μεταξύ αυτών και οι Η.Π.Α.)
• Θάνατοι από λοιμούς και σιτοδείες (Σομαλία, Αιθιοπία κ.α.)
• Σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, παιδική πορνεία
 • Εμπόριο παιδικών οργάνων
• Ζητιανιά, στέρηση υγειονομικής περίθαλψης και παιδείας (ακόμα και σε ανεπτυγμένα κράτη)
 • Ναρκωτικά ΙΙ. Προτάσεις • Δραστηριοποίηση του Ο.Η.Ε. και της UNISEF για την προστασία των παιδιών όλου του κόσμου • Παροχή οικονομικής βοήθειας στις χώρες του Τρίτου κόσμου • Καταπολέμηση της φτώχειας (της κύριας αιτίας για όλα τα δεινά που βιώνουν τα παιδιά) • Δωρεάν, υποχρεωτική και απροϋπόθετη εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλα τα παιδιά του κόσμου. • Λήψη ειδικής μέριμνας για τα παιδιά των άπορων οικογενειών και των φυλακισμένων • Εξάρθρωση των κυκλωμάτων παιδικής πορνείας και διακίνησης παιδικών οργάνων

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ

ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ



Ορισμός: πρόκειται για ηθική και πολιτική αρχή, σύμφωνα με την οποία κέντρο των πάντων είναι ο άνθρωπος, οι ανάγκες και η ευτυχία του.

Ιστορικές καταβολές: γεννήθηκε την εποχή της Αναγέννησης (14ος-16ος αι.), όταν κάποιοι πρωτοπόροι αστοί διανοητές της εποχής αμφισβήτησαν για πρώτη φορά τον κυρίαρχο ως τότε θεοκρατικό λόγο της εκκλησίας και διεκδίκησαν έναν κόσμο ανθρωποκεντρικό. Μέχρι τότε, η επίγεια ζωή αντιμετωπιζόταν υποτιμητικά, ως μια πρόσκαιρη και επαίσχυντη τιμωρία, που έπρεπε να πληρώνουν οι άνθρωποι επειδή κάποτε είχαν προδώσει τον κύριό τους. Οι σαρκικές επιθυμίες και η ευχαρίστηση ενοχοποιούνταν ως έργα του σατανά και οι άνθρωποι έπρεπε να ζουν βουτηγμένοι στη ντροπή και με συνεχείς μετάνοιες για να σώσουν το μόνο που άξιζε μέσα τους: την ψυχή τους. Οι αναγεννησιακοί διανοούμενοι, αρνούμενοι να απαρνηθούν τη χαρά της ζωής και την αξιοπρέπειά τους ως ανθρώπων, διεκδίκησαν τα χαμένα δικαιώματά τους, θέτοντας τις βάσεις για έναν κοσμικό πολιτισμό, που θα επέτρεπε στους ανθρώπους να απολαμβάνουν την ύπαρξή τους αποενοχοποιημένα και να αναπτύσσουν τις ικανότητες και τα ενδιαφέροντά τους ελεύθερα.

 Η σημερινή εποχή: στη σημερινή εποχή τα διλήμματα που καλούνταν να απαντήσουν κάποτε οι ανθρωπιστές διανοούμενοι έχουν αλλάξει. Πλέον η ευτυχία του ανθρώπου δεν απειλείται από την Ιερά Εξέταση και τη θεοκρατία αλλά από τον καπιταλιστικό Μαμμωνά[1], που έχει μετατρέψει τον κόσμο σε ένα απέραντο χρηματιστήριο και έχει υποτάξει τις ανάγκες και τα όνειρα των ανθρώπων στα κέρδη. Η φτώχεια, η αποξένωση, οι πόλεμοι, η οικολογική καταστροφή είναι εκφράσεις ενός κόσμου που κινείται με γνώμονα αποκλειστικά το οικονομικό όφελος και τον πόθο για εξουσία, ενός κόσμου που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως μέσο και τη δυστυχία του ως «παράπλευρη απώλεια» ή ως εμπόρευμα. Όσο θα υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, ο ανθρωπιστικός λόγος θα είναι πάντα επίκαιρος, για να μας θυμίζει πως τα λεφτά ή τα καταναλωτικά αγαθά δε μπορούν να υποκαταστήσουν την πραγματική ευτυχία και πως η όποια ανάπτυξη δε μπορεί να επιτυγχάνεται με κόστος τις ανθρώπινες ζωές.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ
[...] Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι γνωρίζουμε αυτό τον τύπο, ξέρουμε ποιο είναι αυτό το «δικαίωμα των δικαιωμάτων». Μας το έχει παραδώσει ένας μεγάλος φιλόσοφος των νεωτέρων χρόνων, ο Εμμανουήλ Kant, σε μια κλασική για τη λιτότητά της διατύπω­ση. Κοίταξε - μας είπε - να ενεργείς και να αισθάνεσαι έτσι, ώστε ποτέ να μη μεταχειρίζε­σαι τον άνθρωπο ως μέσο αλλά πάντοτε να τον έχεις σκοπό στις προθέσεις και στις πρά­ξεις σου. Δεν έχω συναντήσει ως τώρα πιο υψηλόφρονη προτροπή, που να δείχνει τέτοι­αν εμπιστοσύνη και τόσο σεβασμό στον άνθρωπο σαν άνθρωπο. Εάν τη μεταφέρουμε στο σχήμα του ορισμού [του ανθρώπου] και τη συσχετίσουμε με την παραπάνω ανάλυσή μας, θα έχουμε την εξής απλή και συνάμα βαρυσήμαντη φόρμουλα: «Άνθρωπος είναι το μο­ναδικό μέσα στο γνωστό μας σύμπαν ον που έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να λογαριά­ζεται πάντοτε ως σκοπός και ποτέ ως μέσον». Αυτή - θα παραδεχτούμε - είναι η γλώσσα του γνήσιου ουμανισμού. Κανένας «σκοπός», όσο ψηλά κι αν τον τοποθετήσουμε, με όσην αίγλη κι αν τον περιβάλουμε, δεν μπορεί να δικαιολογήσει εκείνον που θα χρησιμο­ποιήσει τον άνθρωπο ως μέσον για την πραγματοποίησή του. «Μέσα για κάποιο σκοπό» μπορούν (και στην ανάγκη, επιβάλλεται) να γίνουν όλα τα όντα εκτός από ένα: τον άν­θρωπο. Αυτός οφείλει να είναι, και δικαιούται να απαιτήσει να είναι, μόνο σκοπός. Η αξία του δεν αντικατασταίνεται με τίποτα. Δεν μπορεί να αποτιμηθεί με καμιάν άλλη. Εί­ναι το μέτρο των άλλων αξιών. Εκείνος λοιπόν που τον κατεβάζει από το υψηλό επίπε­δο του απόλυτου «σκοπού» στο χαμηλό επίπεδο του σχετικού «μέσου», ή αυτός που αυ­τοκαταδικάζεται (από βλακεία ή ανανδρία) σε «μέσον προς άλλο σκοπό», αναιρεί, κατα­λύει, «σκοτώνει» τον άνθρωπο μέσα στον άνθρωπο. Μεγαλύτερη βλασφημία, βαρύτερο έγκλημα δεν υπάρχει.
Τα δικαιώματα όμως συνυφαίνονται με ισομεγέθεις ευθύνες. Να λογαριάζεσαι (από τους άλλoυς και από τον εαυτό σου) σαν άνθρωπος δεν είναι μόνο δικαίωμα, αλλά και ευθύνη. Το πρώτο μας αρέσει, το δεύτερο αποφεύγουμε να το ομολογούμε. Το «ως χαρίεν άνθρωπος» του αρχαίου ποιητή, έχει δύο όψεις, τη μια φανερή, την άλλη αφανή: -Τι χα­ριτωμένο πράγμα είναι να είσαι άνθρωπος! - Αλλά και τι βαρύ, τι ασήκωτο πράγμα είναι να είσαι άνθρωπος...

Ε. Π. Παπανούτσος, Η κρίση του πολιτισμού μας, σ. 222-223




[1] Μαμωνάς: Χαλδαϊκός θεός του κέρδους

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

ΕΚΘΕΣΗ Γ΄ΛΥΚΕΙΟΥ: ΓΛΩΣΣΑ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ


Σημειώσεις για την ανάπτυξη του θέματος


Η γλώσσα είναι ένας κώδικας επικοινωνίας, αποτελούμενος από ένα κοινά συνομολογημένο (=συμφωνημένο) σύστημα τυποποιημένων συμβόλων, σημείων, ήχων ή κινήσεων, μέσω του οποίου οι άνθρωποι ανταλλάσσουν μηνύματα.

Η γλώσσα ως πολιτισμικό προϊόν
Ο έλλογος αρθρωμένος λόγος αποτελεί αποκλειστική ικανότητα του ανθρώπου. Όλα τα υπόλοιπα ζώα επικοινωνούν μέσω άναρθρων κραυγών, που εκφράζουν μηνύματα πρωτογενή και ενστικτώδη (πόνο, οργή, γενετήσιες ορμές κλπ.).
Αν όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα έλλογης σκέψης και έναρθρης ομιλίας, η αξιοποίησή της ωστόσο δεν είναι φύσει προδιαγεγραμμένη: αν ένας άνθρωπος εγκαταλειφθεί και μεγαλώσει στη ζούγκλα, μακριά από κάθε επικοινωνία με τον πολιτισμό, δε θα κατασκευάσει ποτέ όπλα ούτε θα αναπτύξει σύνθετη σκέψη ούτε θα αρθρώσει λόγο˙ θα παραμείνει για πάντα ένα ζώο, όμοιο με όλα τα άλλα.
Η γλώσσα είναι προϊόν του πολιτισμού. Οι καταβολές της εντοπίζονται στις πρωτόγονες κοινωνίες, όταν οι άνθρωποι, βασιζόμενοι στη εξελίξιμη νοητική τους ικανότητα, άρχισαν να αναπτύσσουν μεταξύ τους σχέσεις, που υπερέβαιναν τα όρια της αγέλης - με άλλα λόγια, όταν άρχισαν να σχηματίζουν πολιτισμό. Η γλώσσα αποτελεί έκφραση του κάθε φορά συγκεκριμένου ανθρώπινου πολιτισμού, που καταγράφει και προεκτείνει τις ευρύτερες κατακτήσεις του.

Διαφοροποιήσεις της γλώσσας
Όπως είναι λοιπόν φυσικό, η γλώσσα παρουσιάζει διαφοροποιήσεις: κάθε τάξη ή τοπικός πληθυσμός, έθνος ή εθνοτική ομάδα[1], επάγγελμα ή πολιτικός χώρος, ακόμα και άτομα μεμονωμένα διατηρούν (ή ενδέχεται να διατηρούν) το δικό τους, διακριτό γλωσσικό κώδικα, που αποτυπώνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Κάθε τοπική, ταξική, επαγγελματική ή πολιτική αργκό (= καθομιλουμένη) που απαντάται στα πλαίσια μίας εθνικής γλώσσας ονομάζεται διάλεκτος, ενώ ο ατομικός τρόπος έκφρασης του κάθε ατόμου ονομάζεται ιδιόλεκτος.

Η εθνική γλώσσα

Κατά το 15ο αιώνα, όταν άρχισαν να σχηματίζονται τα σημερινά έθνη, άρχισαν να διαμορφώνονται και οι πρώτες εθνικές γλώσσες. Επρόκειτο είτε για τεχνητές κατασκευές λογίων, που προσπαθούσαν να υπερβούν τη γλωσσική πολυδιάσπαση των νεότευκτων (=νεοσύστατων) χωρών τους μέσω της σύνταξης ενός επικοινωνιακού κώδικα υπέρτερου και αυστηρά οροθετημένου (όπως έγινε στην Ελλάδα με την καθαρεύουσα, που υπερέβη όλες τις τοπικές διαλέκτους), είτε για γλωσσικά ιδιώματα (ντοπιολαλιές) συγκεκριμένων περιοχών, που επιβάλλονταν πλέον ως «εθνικά» (π.χ. η πρώτη επίσημη γλώσσα της Ιταλίας ήταν εκείνη της Φλωρεντίας).
Η εθνική γλώσσα (ή αλλιώς, η «επίσημη γλώσσα») διδάσκεται στα σχολεία και, μαζί με τη σημαία, το στρατό και την εθνική ιστορία, αποτελεί τη βάση συνένωσης του έθνους. Χωρίς την ενιαία γλώσσα οι διάφοροι τοπικοί πληθυσμοί κάθε εθνικού κράτους θα αποτελούσαν μία γλωσσική Βαβέλ, που δύσκολα θα μπορούσε να αποκτήσει συναίσθηση των κοινών της καταβολών (εθνική συνείδηση). Μέσω (και) της εθνικής γλώσσας (που λειτουργεί τρόπον τινά ως «μέσος όρος») επιβεβαιώνεται η συλλογική πολιτισμική ταυτότητα κάθε έθνους και οι κάτοικοι μιας χώρας αποκτούν το αίσθημα του συνανήκειν.
Η εθνική γλώσσα, με όλες τις διαλέκτους της, κουβαλάει μέσα της την ιστορία του έθνους: είναι ο καμβάς, πάνω στον οποίο καταγράφονται όλες οι περιπέτειες και τα στάδια εξέλιξής του. Για παράδειγμα, στην ελληνική γλώσσα θα βρει κανείς επιβιώματα της αρχαίας Ελλάδας, της ρωμαϊκής εποχής, του Βυζαντίου, της Ενετοκρατίας, της Τουρκοκρατίας και φυσικά όλων των νεότερων χρόνων. Η ουσιαστική γνωριμία των πολιτών ενός κράτους με τη γλώσσα τους (μέσα από γλωσσολογικά βιβλία και ετυμολογικά λεξικά) τους εξοικειώνει με την ιστορία του τόπου τους. Μαθαίνοντας να αναγνωρίζουν στην καθημερινή λαλιά τους τα σημάδια περασμένων εποχών, έρχονται σε επαφή με τις ρίζες τους και καταλαβαίνουν πως το σήμερα δεν είναι ξεκομμένο από το χτες.
Επίσης συνειδητοποιούν πως οι εθνικές γλώσσες (όπως, βέβαια, και όλες  οι διάλεκτοι) δεν είναι στατικές ή «καθαρές» αλλά δυναμικές και πολυσυλλεκτικές. Αποτελούν προϊόντα συγκερασμού (=ανάμειξης), πάντοτε εν εξελίξει, που, πέρα από ένα βασικό λεκτικό και φωνολογικό κορμό, περιλαμβάνουν δάνεια και αντιδάνεια από άλλες γλώσσες. Με έναν τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι γλώσσες «κρεολές», που έχουν προκύψει μέσα από μία ατέλειωτη σειρά επιμειξιών.
Στη σημερινή εποχή, ωστόσο, αυτό που συμβαίνει με την παγκοσμιοποίηση υπερβαίνει τα όρια των παραδοσιακών γλωσσικών ανταλλαγών: ο προωθούμενος τεχνοκρατικός πολιτισμός και η αγγλόφωνη μαζική κουλτούρα, που υιοθετείται και αντιγράφεται σε όλες τις γωνιές της γης μηχανικά, οδηγούν στη σταδιακή πτώχευση των κατά τόπους εθνικών γλωσσών, καθώς όλο και περισσότεροι γηγενείς όροι, που συνθέτουν το λεξιλογικό πλούτο της κάθε γλώσσας, αντικαθίστανται από έναν απλοποιημένο και ακρωτηριασμένο διεθνή κώδικα: logo αντί για λογότυπο, scanner αντί για σαρωτής, σκανάρω αντί για σαρώνω, εκσιτάρομαι αντί για εκστασιάζομαι, για να αναφερθούμε σε λίγες μόνο περιπτώσεις που αφορούν τα καθ’ ημάς.
Οι νεόκοπες αυτές λεκτικές μεταγραφές είναι φυσικό να χαρακτηρίζουν περισσότερο τα τεχνοκρατικά επαγγέλματα και ιδιαίτερα τους νέους (και ακόμα περισσότερο τους εφήβους), που είναι περισσότερο ευπρόσβλητοι στα κελεύσματα της μόδας. Μεγαλώνοντας σε ένα κόσμο καταναλωτικό, τεχνοκρατικό και αποϊδεολογικοποιημένο, χωρίς παραστάσεις και ερεθίσματα, που θα μπορούσαν να τους στρέψουν προς τον κόσμο του βιβλίου και της ευρύτερης μόρφωσης, οι νέοι υιοθετούν άκριτα ό,τι τους προβάλλεται από την τηλεόραση και τις διαφημίσεις, μαθαίνοντας σε μία σκέψη κωδική και υπεραπλουστευμένη.
Βεβαίως, το φαινόμενο αυτό δεν πρόκειται να οδηγήσει στην κατάλυση των εθνικών πολιτισμών ούτε στην αποσάθρωση των εθνικών γλωσσών. Ο εθνισμός και η ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα  κάθε έθνους είναι στοιχεία βαθιά ριζωμένα και δε μπορούν να εξαφανιστούν έτσι απλά. Οπουδήποτε υπάρχουν μαζικοί και συμπαγείς εθνικοί πληθυσμοί τα ήθη και τα έθιμά τους, πρωτίστως δε η γλώσσα τους, επιβιώνουν - έστω και παραφθαρμένα - στο διηνεκές. Κλασικό παράδειγμα ο υπόδουλος ελληνισμός, που, αν και παρέμεινε τετρακόσια χρόνια υπό οθωμανική κατοχή, χωρίς εθνική παιδεία και κρατική στήριξη, διατήρησε τη γλώσσα του και την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του αλώβητες.
Το πρόβλημα που τίθεται σήμερα με τον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό είναι άλλο: έχει να κάνει κυρίως με το γόητρο του κάθε έθνους και την αξιοπρέπειά του - ή αλλιώς, την περηφάνια του. Είναι, θα λέγαμε, ζήτημα αξιών, που άπτεται όμως και πολιτικών παραμέτρων. Ένας λαός που θέλει να εξασφαλίσει στη σύγχρονη, παγκοσμιοποιημένη κοινότητα το κύρος του και μία σημαίνουσα (=σημαντική) θέση πρέπει πρώτα απ’ όλα να μάθει να σέβεται τον εαυτό του και να προασπίζεται την πολιτισμική του ταυτότητα. Η αδιαφορία για τη γλώσσα και η μεταγραφή ξένων όρων που εκπαραθυρώνουν χωρίς λόγο τους γηγενείς είναι νοοτροπία εξευτελιστική και δουλοπρεπής, που εκχωρεί το δικαίωμα της ετερότητας (=διαφορετικότητας) και της πολιτισμικής αυτοδιάθεσης κάθε έθνους, οδηγώντας το στην εκφραστική και πολιτιστική υποτέλεια (=υποδούλωση).
Η εθνική γλώσσα, εκτός από φορέας μνήμης, αποτυπώνει και τον τρόπο που νοιώθει ένας λαός, που αντιλαμβάνεται τα πράγματα, που τα κατανοεί. Οι λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις και το συναισθηματικό βάρος που κατέχουν οι λέξεις σε μια γλώσσα δεν είναι πάντοτε δυνατόν να αποδοθούν στα ξένα. Για παράδειγμα, δε μπορεί να αποδοθεί στα Αγγλικά η ελληνική διάκριση μεταξύ Αμερικάνου και Αμερικανού (ο πρώτος όρος είναι πιο «ανάλαφρος»)˙ όπως επίσης δε μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά η αγγλική διάκριση μεταξύ giggle και smile (δύο εκδοχές χαμόγελων, ανάλογα με την έκφραση που τα συνοδεύει). Η παραγνώριση του γλωσσικού πλούτου μιας χώρας και η υποκατάστασή του από μία τυποποιημένη και κουτσουρεμένη διεθνή Esperanto αφυδατώνει τον πληθυσμό της από τα εκφραστικά του μέσα και περιορίζει τα όρια της σκέψης του.
Αν η γλώσσα αποτελεί έκφραση της νόησης, η τελευταία ωστόσο δε μπορεί να απλωθεί χωρίς την πρώτη. Ένας άνθρωπος αμόρφωτος, που στερείται πλούσιου λεξιλογίου, δε μπορεί να αποτυπώσει, ίσως και να αισθανθεί περίτεχνα και λεπτά νοήματα.  Η λεξιπενία (=λεκτική φτώχεια), συνέκδοχο της διεθνούς καταναλωτικής αποχαύνωσης, συνοδεύεται πάντοτε και από πνευματική ένδεια (=φτώχεια). Η συνεχής λοιπόν υποβάθμιση μιας γλώσσας αποστραγγίζει το έθνος από τα πνευματικά του ερείσματα (=βάσεις) και του στερεί τη δυνατότητα να λειτουργεί ως συλλογικός παραγωγός κουλτούρας. Η μεγάλη πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων μένει έρμαιη (=άβουλη, παρασυρόμενη) και αδαής, μακριά από κάθε γνώση και καλλιτεχνική δραστηριότητα, ενώ το χρέος της διαφύλαξης (=διατήρησης, διάσωσης) του γλωσσικού και πνευματικού θησαυρού να εναποτίθεται (=αφήνεται, τοποθετείται) στα χέρια μιας ολοένα και συρρικνούμενης μειοψηφίας, που μένει μόνη της και ενεή (=άφωνη, άναυδη) να αγναντεύει από ψηλά τη θάλασσα της άγνοιας.
Είναι χρέος όλων μας να αντισταθούμε. Η υποχώρηση της γλωσσικής ποικιλομορφίας του κόσμου προς χάριν μιας αμερικανόθρεφτης μονοφωνίας είναι φαινόμενο παρακμής, που αναιρεί κάθε έννοια ισότητας των εθνών. Η πραγματική παγκοσμιοποίηση προϋποθέτει εθνικές οντότητες, που θα στέκονται στη διεθνή αρένα με αξιοπρέπεια και αλληλοσεβασμό. Δεν εισηγούμαστε την επάνοδο σε έναν άκαμπτο και συντηρητικό γλωσσαμυντορισμό, σαν και ’κείνον που χαρακτήρισε την Ελλάδα την εποχή του γλωσσικού ζητήματος. Αυτό που λέμε είναι διαφύλαξη του γλωσσικού μας πλούτου μέσω της παιδείας, χωρίς αλαζονεία αλλά και χωρίς εκχωρήσεις, που θα αναγνωρίζει γόνιμες ανταλλαγές με τις υπόλοιπες γλώσσες αλλά θα αποστρέφεται τον άσκοπο πιθηκισμό.




[1]  Εθνοτικές ομάδες αποκαλούμε είτε τις εθνικές μειονότητες που ζουν στο εσωτερικό αλλοεθνών κρατών (βλ. στην Ελλάδα τους Βλάχους ή την τουρκική και την πομακική μειονότητα της δυτικής Θράκης) είτε τις διάφορες ομοεθνείς ομάδες, που διακρίνονται ωστόσο για ορισμένες πολιτισμικές ιδιαιτερότητές τους (π.χ. οι Κρήτες ή οι Σαρακατσάνοι). Στην πραγματικότητα κάθε έθνος συγκροτήθηκε ιστορικά από διάφορες εθνοτικές ομάδες (εθνότητες), που στη συνέχεια εξομοιώθηκαν. 

ΕΚΘΕΣΗ Γ΄ΛΥΚΕΙΟΥ: ΒΙΑ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ


Ι. Παράγοντες που συντελούν στην εμφάνιση φαινομένων βίας


1.      Φτώχεια: ο σημαντικότερος παράγοντας εκδήλωσης φαινομένων κοινωνικής βίας και παραβατικότητας είναι η φτώχεια. Ένας άνθρωπος φτωχός, που στερείται όλα εκείνα που για τους άλλους (τους «νοικοκυραίους») είναι αυτονόητα, είναι ευκολότερο να αναπτύξει εγκληματική συμπεριφορά. Στην περίπτωσή του η παραβίαση των νόμων και των ηθικών αξιών είναι προϋπόθεση επιβίωσης.
2.      Αμάθεια: ιδιαίτερα όταν η φτώχεια συνοδεύεται από την αμάθεια (και είναι η συνηθέστερη περίπτωση), το μείγμα γίνεται εκρηκτικό. Η έλλειψη παιδείας στερεί από τους φτωχούς πληθυσμούς τη δυνατότητα μιας καλύτερης επαγγελματικής αποκατάστασης (άρα και διαφυγής από τη δεινή τους θέση) και τους κρατάει αποκομμένους από την κουλτούρα και τις ηθικές αξίες που διδάσκονται στα σχολεία. Έννοιες όπως ανοχή, ευγένεια, διάλογος, σεβασμός στο συνάνθρωπο κλπ. μένουν έξω από τη δική τους πραγματικότητα, που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από τη σκληρότητα και την απελπισία του δρόμου.
3.      Οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα κρατών ή και εταιρειών (προκαλούν πολέμους)
4.      Πολιτική καταπίεση: όταν σε ένα κράτος καταλύονται οι δημοκρατικοί θεσμοί και οι κάθε λογής μειονότητες (πολιτικές, κοινωνικές, εθνικές κλπ.) αντιμετωπίζουν την καθημερινή καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους μέσω απαγορεύσεων, διώξεων, αποκλεισμών κλπ., η βίαιη εξέγερση ως μέτρο αυτοπροστασίας αλλά και ανατροπής του τυραννικού καθεστώτος όχι μόνο είναι αναπόφευκτη αλλά και επιβεβλημένη.
5.      Πολιτική προπαγάνδα - φανατισμός: ιδιαίτερα σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων (οικονομικές καταρρεύσεις, όξυνση της ανεργίας, πολεμικές συγκρούσεις κ.ά.) η πολιτική προπαγάνδα μπορεί να καλλιεργήσει το φανατισμό, οδηγώντας μερίδες του πληθυσμού (ιδιαίτερα τους πιο φτωχούς) σε εκδηλώσεις ρατσιστικής ή εθνικιστικής βίας ή ακόμα και στην ένοπλη επαναστατική εξέγερση.
6.      Καταναλωτισμός: συνολικότερα, ο καταναλωτισμός, αποσαθρώνοντας όλες τις ηθικές και πνευματικές αξίες και ανάγοντας την υλική ευδαιμονία σε απόλυτο και μοναδικό στόχο, αποτελματώνει τους ανθρώπους και τους στρέφει, αποενοχοποιημένους πια και κενόδοξους, στο έγκλημα ευκολότερα.
7.      Αγχώδεις ρυθμοί ζωής: η ζωή στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον οδηγεί τους ανθρώπους στο άγχος και τον εκνευρισμό (→ βία)

II. Τρόποι αντιμετώπισης του φαινομένου
1.      Δικαιότερη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου: αύξηση μισθών, υιοθέτηση πολιτικών στήριξης και απασχόλησης, συνολική αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων.
2.      Σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών, ώστε να μειωθεί ο κρατικός αυταρχισμός, που γεννά ως αποτέλεσμα την τρομοκρατία και ευρύτερα την πολιτική βία.
3.      Οικογένεια: προστατεύοντας τα αδύναμα μέλη της (δηλ. στηρίζοντάς τα οικονομικά) και εμφυσώντας τους στέρεες ηθικές αρχές (εντιμότητα, σεβασμό, ανοχή, ηπιότητα κλπ.) αποσοβεί ως ένα βαθμό φαινόμενα κοινωνικής περιθωριοποίησης και παραβατικότητας.
4.      Παιδεία. Διπλός ο ρόλος της:
α) παρέχει στους νέους δυνατότητες καλύτερης επαγγελματικής αποκατάστασης και κοινωνικής ενσωμάτωσης

β)  τους διδάσκει το διάλογο και την ανοχή ως τα ιδεωδέστερα μέσα για την επίλυση των διαφορών και την κοινωνική συνύπαρξη των ανθρώπων

ΚΕΙΜΕΝΟ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ ΓΙΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 23-12-2001

Η γλωσσική εκπαίδευση των μεταναστών

Δεν γνωρίζουμε - δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε - τον ακριβή αριθμό των ξέ­νων οικονομικών μεταναστών στην Ελλάδα Υπολογίζεται σε 800.000 μέχρι 1.000.000. Λιγότεροι ή περισσότεροι από τους αριθμούς αυτούς, οι μετανάστες αποτελούν αναντίρρητα μια κρίσιμη μάζα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας σε ανθρώπινο, οικονομικό, κοινωνικό, πληθυσμιακό και εθνικό επίπεδο. Παράλ­ληλα, ένα άλλο επίπεδο, καθοριστικό για την όποια πολιτική στο ζήτημα των οι­κονομικών μεταναστών, είναι το εκπαιδευτικό, με κύρια πλευρά τη γλωσσική εκπαίδευση των μεταναστών. Συγκεκριμένα, πρέπει να μελετηθεί τι κάνει ήδη και τι μπορεί να κάνει η Πολιτεία για να μάθουν ελληνικά οι χιλιάδες των μετα­ναστών και τα παιδιά των μεταναστών, ώστε να μπορέσουν να ενταχθούν ο­μαλά και δημιουργικά στην ελληνική κοινωνία Βεβαίως, προϋπόθεση για οποια­δήποτε συζήτηση περί γλωσσικής εκπαίδευσης των μεταναστών είναι ότι πρώ­τα η Πολιτεία η ίδια θα αποφασίσει, με τα αρμόδια όργανά της και την πολιτι­κή που εκείνη έχει την ευθύνη να χαράξει, πόσους μετανάστες, ποιους, από ποιες χώρες και με ποιους όρους κρίνει ότι μπορούν και πρέπει να ενταχθούν και να ζήσουν στην Ελλάδα Αυτό που υποστηρίζουμε εδώ είναι ότι σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα με νομοθετική πρόβλεψη από την Πο­λιτεία πώς θα αντιμετωπιστεί το θέμα της γλωσσικής εκπαίδευσης των μετα­ναστών, όχι μόνο των ανηλίκων (μαθητών σε σχολεία) αλλά και των ενηλίκων.
Θα άξιζε να αναφέρουμε εν πρώτοις «το πρότυπο της Ολλανδίας», πώς α­ντιμετώπισαν οι Ολλανδοί το ζήτημα τού να μάθουν οι μετανάστες τους τα ολ­λανδικά. Για τους μετανάστες που επίσημα και νόμιμα γίνονται δεκτοί σ’ αυτή τη χώρα, έχει προβλεφθεί και εφαρμόζεται ένα σύστημα υποχρεωτικής εκμά­θησης της γλώσσας με ειδική διδασκαλία για ένα έτος. Οι μετανάστες δεν επι­τρέπεται να εργαστούν αν δεν περάσουν από αυτή την υποχρεωτική εκπαί­δευση στη γλώσσα, για την οποία και επιδοτούνται από το κράτος, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν εντατικά και απερίσπαστα με τη γλώσσα και να περάσουν μετά στο χώρο της εργασίας. Παράλληλα, τα παιδιά τους φοιτούν στα σχολεία με ειδική βοήθεια στη γλωσσική τους κατάρτιση. Ο γράφων έχει συνείδηση της περίφημης - και μονίμως απαγορευτικής - «ελληνικής πραγματικότητας», που δε θα επέτρεπε να προτείνει κανείς το ολλανδικό μοντέλο, α­φού και οι όροι και η μορφή της μετανάστευσης στην Ελλάδα διαφέρουν σημα­ντικά. Ωστόσο, υπάρχουν τρόποι, αφού ξεκαθαρίσουν περισσότερο τα πράγ­ματα από πλευράς Πολιτείας, να αντιμετωπιστεί το ζήτημα πιο συστηματικά και με καλύτερα αποτελέσματα για τους ίδιους τους μετανάστες και για τη χώ­ρα όπου θα ζήσουν, ώστε να αποφεύγονται ορισμένα παράπονα και κοινωνι­κοεκπαιδευτικά προβλήματα που γεννώνται στις λεγόμενες «μεικτές τάξεις»των δημόσιων ελληνικών σχολείων, όπου φοιτούν πολλά παιδιά οικονομικών μεταναστών (Αλβανάκια κυρίως, αλλά και παιδιά Πολωνών, Βουλγάρων, Πακι­στανών, Ρώσων, Κούρδων και άλλων).
Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να οργανωθούν ειδικά εντατικά μαθήματα γλώσσας (κατά επίπεδα γνώσης της γλώσσας) για τα μεταναστόπουλα, προτού εντα­χθούν στις κοινές τάξεις μαζί με τα παιδιά που έχουν την ελληνική ως μητρική γλώσσα. Αλλά και αφού ενταχθούν σε κοινές τάξεις, πρέπει να συνεχιστεί - ό­που χρειάζεται- με ενισχυτικά μαθήματα η τόνωση της ελληνομάθειας αυτών των παιδιών. Έτσι δε θα υπάρχουν τα γνωστά -και αναπόφευκτα σήμερα­ προβλήματα να υπάρχουν μέσα στην τάξη μαθητές δύο γλωσσικών και, κατ’ επέκταση, δύο μαθησιακών ταχυτήτων, που εμποδίζουν το διδακτικό έργο στα περισσότερα δημόσια σχολεία. Αλλιώς, και τα μεταναστόπουλα (μαζί με τα όποια άλλα κοινωνικά, οικονομικά, οικογενειακά κτλ προβλήματα που έ­χουν) δεν μπορούν να προχωρήσουν ομαλά στο σχολείο και τα Ελληνόπουλα παρεμποδίζονται σε μια ποιοτική εκπαίδευση που δικαιούνται και που είναι ό,τι πιο σημαντικό πρέπει να εξασφαλίσει γι’ αυτά η Πολιτεία.
Ανάλογη ειδική, ταχύρυθμη γλωσσική εκπαίδευση πρέπει να οργανωθεί – με τη θέσπιση μάλιστα κάποιων κινήτρων- για ενήλικους μετανάστες. Ειδικά κα­ταρτισμένοι δάσκαλοι θα πρέπει να εφαρμόσουν στη διδασκαλία των ενηλίκων την επικοινωνιακή μέθοδο και να τους καταστήσουν ικανούς μέσα στο συντομό­τερο δυνατό χρόνο να χρησιμοποιούν τα ελληνικά για καταστάσεις επικοινωνίας που χρειάζονται στην εργασία τους και στην καθημερινή τους ζωή. Παράλληλα, να τους διδάξουν μέσα από τη γλώσσα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, των ανθρώπων και της χώρας όπου θα ζήσουν, στοιχεία τα οποία έχουν ενσωματω­θεί στη γλώσσα και είναι απαραίτητα για την εκμάθηση και τη χρήση της.
Δεν έθιξα μέχρι τώρα τους λόγους που επιβάλλουν τη γνώση της ελληνικής για τους μετανάστες στην Ελλάδα, γιατί τους θεωρώ προφανείς. Είναι προφανές ότι αν η πολιτική της χώρας μας είναι να δεχθεί και να εντάξει στον εθνικό και κοινω­νικό κορμό της Ελλάδας έναν αριθμό μεταναστών που εκείνη θα καθορίσει, η ομα­λή λειτουργική και ουσιαστική ένταξη των μεταναστών συνδέεται με μια σωστή γλωσσική εκπαίδευση. Άτομα που δε μιλούν τη γλώσσα της χώρας όπου ζουν εί­ναι καταδικασμένα στην κοινωνική περιθωριοποίηση και στη συσπείρωσή τους μέσα σε αποκλεισμένες ομάδες (γκέτο). Και δεν είναι μόνο η απόδοση στην εργα­σία και η εξέλιξη στο χώρο δουλειάς που περιορίζεται από την άγνοια της γλώσ­σας, αλλά και η παραβατικότητα που αυξάνεται λόγω της κοινωνικής περιθωριο­ποίησης, η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στη γλωσσική-επικοινωνιακή απο­μόνωση. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η ένταξη και αξιοποίηση του δυναμι­κού των μεταναστών στη χώρα μας περνάει αναγκαστικά μέσα από τη γλώσσα.

(Γ. Μπαμπινιώτης, Το Βήμα, 23-12-2001)


ΕΚΘΕΣΗ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ: ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΜΕ ΘΕΜΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Οι μεταναστεύσεις

Θεωρώ ότι πρέπει να διαχωριστεί η έννοια της «μετανάστευσης» από την έννοια της «αποδημίας». «Μετανάστευση» υπάρχει όταν μερικά άτομα έστω και πολλά, αλλά σε ποσότητα που από στατιστική άποψη είναι αδιάφορη ως προς το ανθρώπινο παρακλάδι, απ’ όπου κατάγονται μεταφέρονται από μια χώρα σε μιαν άλλη όπως οι Ιταλοί και οι Ιρλανδοί στην Αμερική ή οι Τούρκοι σήμερα στη Γερμανία. Τα φαινόμενα μετανάστευση ς μπορούν να ελεγχθούν πολιτικά, να περιοριστούν, να ενθαρρυνθούν, να σχεδιαστούν ή να γίνουν αποδεκτά.
Με τις αποδημίες δε συμβαίνει το ίδιο. Είτε είναι βίαιες είτε ειρηνικές, είναι όπως τα φυσικά φαινόμενα: συμβαίνουν και κανείς δεν μπορεί να τις ελέγξει. Υπάρχει «αποδημία» όταν ένας ολόκληρος λαός, σιγά-σιγά, μετακινείται από τη μια περιοχή στην άλλη (και δεν είναι καθοριστικό πόσοι θα μείνουν στην περιοχή προέλευσης, αλλά σε ποιο βαθμό οι αποδημούντες αλλάζουν ριζικά τον πολιτισμό της περιοχής στην οποία μετακινήθηκαν). Υπήρξαν μεγάλες αποδημίες από ανατολή προς δύση, στη διάρκεια των οποίων οι λαοί του Καυκάσου άλλαξαν την κουλτούρα και τη βιολογική ταυτότητα των αυτοχθόνων. Υπήρξαν οι μετακινήσεις των λεγόμενων «βαρβαρικών» φύλων που πλημμύρισαν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και δημιούργησαν νέα βασίλεια και νέους πολιτισμούς, οι οποίοι ονομάστηκαν ακριβώς «ρωμαιοβαρβαρικοί» ή «ρωμαιογερμανικοί». Υπήρξε η ευρωπαϊκή αποδημία προς την αμερικανική ήπειρο, από τη μια πλευρά των ακτών της Ανατολής ως την Kαλιφόρνια, από την άλλη, από τα νησιά της Καραϊβικής και το Μεξικό ως το άκρο του Cono Sur. Έστω και εν μέρει υπήρξε πολιτικά προσχεδιασμένη, μιλώ για αποδημία, γιατί οι λευκοί που ήλθαν από την Ευρώπη δεν είναι τόσο ότι πήραν τις συνήθειες και την κουλτούρα των ντόπιων, όσο ότι ίδρυσαν ένα νέο πολιτισμό στον οποίο ακόμη και οι ντόπιοι (όσοι επέζησαν) προσαρμόστηκαν.
Είναι δυνατόν τώρα πια να διακρίνουμε αποδημία από μετανάστευση, όταν ο ίδιος ο πλανήτης γίνεται χώρος διασταυρούμενων μετακινήσεων; Νομίζω πως είναι δυνατόν: όπως είπα οι μεταναστεύσεις είναι ελεγχόμενες πολιτικά, οι αποδημίες είναι όπως τα φυσικά φαινόμενα. Όσο υπάρχει μετανάστευση, οι λαοί μπορούν να ελπίζουν να κρατήσουν τους μετανάστες σ' ένα γκέτο για να μην αναμειχθούν με τους ντόπιους. Όταν υπάρχει αποδημία, δεν υπάρχουν τα γκέτο και η επιμειξία είναι ανεξέλεγκτη.
Τα φαινόμενα που ακόμη αγωνίζεται να αντιμετω­πίσει η Ευρώπη ως περιπτώσεις μετανάστευση ς είναι αντίθετα περιπτώσεις αποδημίας. Ο Τρίτος Κόσμος χτυπάει την πόρτα της Ευρώπης και μπαίνει μέσα, ακόμη και αν η Ευρώπη δε συμφωνεί. Το πρόβλημα δεν έγκειται πια στο να αποφασιστεί (όπως οι πολιτικοί υποκρίνονται ότι πιστεύουν) αν θα γίνουν δεκτές στο Παρίσι φοιτήτριες με τσαντόρ (μουσουλμανική μαντίλα) ή πόσα τζαμιά πρέπει να ανεγερθούν στη Ρώμη. Το πρόβλημα είναι ότι στην επόμενη χιλιετία (και μια και δεν είμαι προφήτης δεν μπορώ να προσδιορίσω την ακριβή ημερομηνία) η Ευρώπη θα είναι πολυφυλετική ήπειρος, ή αν προτιμάτε, μια «πολύχρωμη» ήπειρος. Αν έτσι σας αρέσει, έτσι θα γίνει. αν δεν σας αρέσει, και πάλι έτσι θα γίνει.
Αυτή η αντιπαράθεση (ή σύγκρουση) των πολιτισμών μπορεί να έχει αιματηρά αποτελέσματα και είμαι πεισμένος ότι σε κάποιο βαθμό θα τα έχει, αποτελέσματα που θα είναι ανεξίτηλα και θα διαρκέσουν πολύ. Όμως, οι ρατσιστές θα έπρεπε να είναι (θεωρητικά) μια φυλή υπό εξαφάνιση. Υπήρξε Ρωμαίος πατρίκιος που δεν άντεχε στην ιδέα ότι θα γίνονταν cives romani (ρωμαίοι πολίτες) οι Γαλάτες, οι Σαρμάτες ή οι Εβραίοι, όπως ο Άγιος Παύλος, και ότι θα μπορούσε να ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο ένας Αφρικανός, όπως τελικά συνέβη. Αυτό τον πατρίκιο τον ξεχάσαμε, τον νίκησε η ιστορία. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός ήταν πολιτισμός επιμειξιών. Οι ρατσιστές θα πουν ότι ακριβώς γι’ αυτό διαλύθηκε, ωστόσο χρειάστηκαν πεντακόσια χρόνια. και μου φαίνεται ότι ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα επιτρέπει και σ’ εμάς να κάνουμε σχέδια για το μέλλον.

Ουμπέρτο Έκο, Πέντε ηθικά κείμενα

Ασκήσεις:

1. Με βάση τους πλαγιότιτλους να συνθέσετε περίληψη του κειμένου 120 περίπου λέξεων.   (25 μονάδες)

2. Στο μέλλον «η Ευρώπη θα είναι μια πoλυφυλετική ήπειρος, ή αν προτιμάτε, μια «πολύχρωμη» ήπειρος. Αν έτσι σας αρέσει, έτσι θα γίνει˙ αν δεν σας αρέσει, και πάλι έτσι θα γίνει». Λαμβάνοντας υπόψη το δεδομένο αυτό να παρουσιάσετε τις απόψεις σας σε κείμενο μιας παραγράφου 130 - 150 λέξεων.    (12 μονάδες)

3. Με ποιον ή ποιους τρόπους αναπτύσσεται η δεύτερη παράγραφος του κειμένου;
(8 μονάδες)

4. α) Να ετυμολογήσετε και να δώσετε τη σημασία των λέξεων: μετανάστευση, αποδημία.
β) Να δώσετε συνώνυμα των λέξεων: ενθαρρυνθούν, αυτοχθόνων, προσχεδιασμένη,
     επιμειξία, αντιπαράθεση, ανεξίτηλα.
(5 μονάδες)

5. Τα τελευταία χρόνια πολλοί είναι οι μετανάστες που έχουν συρρεύσει στη χώρα μας. Να αναφερθείτε στις συνέπειες του φαινομένου αυτού τόσο για τη χώρα μας, όσο και για τους ίδιους τους μετανάστες. Στη συνέχεια να αναπτύξετε τις θέσεις σας σχετικά με τους τρόπους και τις ενδεδειγμένες συμπεριφορές για την ομαλή ενσωμάτωση των μεταναστών στις χώρες υποδοχής τους (600-700 λέξεις).
(50 μονάδες)


Σάββατο 10 Μαΐου 2014

ΕΚΘΕΣΗ Γ΄ΛΥΚΕΙΟΥ: ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ, ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ




Α. Ιστορία

Η ιστορία της θανατικής ποινής ξεκινάει από πολύ παλιά. Όλοι οι αρχαίοι πολιτισμοί (μεταξύ αυτών και ο ελλαδικός) την είχαν υιοθετήσει ως οργανικό κομμάτι της νομοθεσίας τους. Απηχώντας τα πρωτογενή, ζωώδη ένστικτα του ανθρώπου, σύμφωνα με τα οποία η βία αντιμετωπίζεται με βία, είχε εισαχθεί ως μέσο προάσπισης της κρατικής εξουσίας αλλά και διευθέτησης ιδιωτικών υποθέσεων. Πολλές φορές (ανάλογα τον πολιτισμό και την εποχή) επιβαλλόταν ακόμα και για ασήμαντα αδικήματα (π.χ. μοιχεία), ενώ ο τρόπος εκτέλεσής της ποίκιλε (υπήρχε ο λιθοβολισμός, η κατακρήμνιση, ο ξιφισμός, ο εντοιχισμός, ο ενταφιασμός, ο τεμαχισμός, ο ανασκολοπισμός, η σταύρωση, η παράδοση στα θηρία κ.ά.).
Στη θεοκρατική μεσαιωνική Δύση η θανατική ποινή αποτέλεσε το θεμελιωδέστερο μέσο κολασμού (πρβλ. Ιερά Εξέταση), ενώ το Βυζάντιο την υιοθέτησε σε μικρότερη κλίμακα (επινοώντας ωστόσο ένα νέο τρόπο εξόντωσης: τον βρασμό!). Η Αναγέννηση, παρά το ουμανιστικό της πνεύμα, δεν κατάφερε να καταργήσει την «εσχάτη των ποινών». Παρόλα αυτά, έθεσε κάποιους νομικούς περιορισμούς, ενώ, ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες των διανοουμένων, τα βασανιστήρια περιορίστηκαν. 
Κατά το 17ο αι. η θανατική ποινή εξακολουθούσε να επιβάλλεται μαζικά και ανεπιφύλακτα. Ο διάσημος Γερμανός ποινικολόγος Carpozow υπερηφανευόταν πως στη διάρκεια των 46χρονης σταδιοδρομίας του είχε καταδικάσει σε θάνατο 20.000 ανθρώπους. Από την πλευρά του, ο Γάλλος Boguet είχε οδηγήσει στην πυρά άλλους 700, με την κατηγορία του αιρετικού ή του μάγου.
Η πρώτη φορά που αρθρώθηκε συγκροτημένος λόγος ενάντια στη θανατική ποινή ήταν το 1762, από τον Ιταλό φιλόσοφο Τσεζάρε Μπεκαρία. Στο έργο του «Περί εγκλημάτων και Ποινών», ο Διαφωτιστής ανατροπέας υποστήριξε πως στόχος των ποινών δε θα έπρεπε να είναι η τιμωρία αλλά ο σωφρονισμός. Η θανατική ποινή, σύμφωνα με το Μπεκαρία, αποτελούσε «κηρυγμένο πόλεμο του έθνους κατά του πολίτη» και, όντας άχρηστη και ανήθικη, έπρεπε να καταργηθεί.
Η απόψεις του Μπεκαρία βρήκαν άμεση απήχηση σε πολλές χώρες και το 1786 η Τοσκάνη κατάργησε τη θανατική ποινή. Στις 30 Μαΐου 1791 ο Ροβεσπιέρος χαρακτήριζε ενώπιον της Συνέλευσης τη θανατική ποινή «δικαστική δολοφονία», που έδινε τη δυνατότητα στην εξουσία να εξευτελίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ωστόσο, παρόλες τις αντιδράσεις, η θανατική καταδίκη επιβίωσε, γνωρίζοντας την εποχή της λευκής τρομοκρατίας νέες ημέρες δόξας, οπότε πολιτικοί αντιφρονούντες οδηγούνταν στις λαιμητόμους κατά χιλιάδες. Στην Αγγλία, το διάστημα 1820-1826 απαγχονίστηκαν συνολικά 7.656 άνθρωποι (ανάμεσά τους κλέφτες αλόγων, ζωοκτόνοι και μικρολωποδύτες).
Στη σημερινή εποχή η θανατική ποινή έχει καταργηθεί ή αδρανοποιηθεί στα περισσότερα κράτη, ενώ εξακολουθεί να ισχύει σε πολιτείες των ΗΠΑ, την Κίνα, την Κούβα, το Ιράν και γενικά σε όλα τα δικτατορικά καθεστώτα, όπως επίσης και σε ορισμένα δημοκρατικά κράτη της Αφρικής. Στην Ελλάδα καταργήθηκε πρόσφατα, μέσα από μια ειδική νομοθετική ρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και μέχρι πρότινος εξακολουθούσε να υπάρχει τυπικά, ωστόσο είχε πάψει να επιβάλλεται, έχοντας αντικατασταθεί από την αντίστοιχη των ισοβίων. Η τελευταία δημόσια εκτέλεση ήταν εκείνη του εμπρηστή Λυμπέρη, το 1972, ενώ η τελευταία φορά που επιβλήθηκε (κατ’ όνομα) η θανατική ποινή ήταν το 1975, στη δίκη των συνταγματαρχών. Σε προηγούμενες περιόδους είχε αξιοποιηθεί κατά κόρον, κυρίως εναντίον των ληστών και των πολιτικών αντιφρονούντων (πρβλ. τη «Δίκη των Εξ», το 1923 ή τις μαζικές εκτελέσεις κομμουνιστών κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου και της πρώτης μετεμφυλιακής περιόδου (1946-1952)).

Β. Επιχειρήματα των υπέρμαχων της θανατικής ποινής

1.      Επιτυγχάνει τον παραδειγματισμό και αποτρέπει αποτελεσματικά τη διάπραξη ειδεχθών εγκλημάτων.
2.      Αποδίδει δικαιοσύνη (σύμφωνα πάντα με τη Μωσαϊκή εντολή «οφθαλμός αντί οφθαλμού»), ικανοποιώντας το κοινό περί δικαίου αίσθημα και, πρώτα απ’ όλα, τους ίδιους τους συγγενείς των αδικοχαμένων θυμάτων
3.      Απαλλάσσει τους έντιμους φορολογούμενους από την υποχρέωση να πληρώνουν, ώστε να συντηρούνται στις φυλακές «ανθρωπόμορφα κτήνη»
4.      Ορισμένοι εγκληματίες παρουσιάζουν μια τέτοια προσκόλληση στην κτηνωδία, ώστε είναι αδύνατο να ανανήψουν ποτέ. Στην περίπτωσή τους, κάθε απόπειρα σωφρονισμού πέφτει εκ των πραγμάτων στο κενό. Οπότε, το μόνο μέτρο που μπορεί να ληφθεί για την προστασία της κοινωνίας είναι η θανατική τους καταδίκη.
5.      Αναβαθμίζει το κύρος της πολιτείας, αφού προστατεύει με δραστικά μέτρα τους πολίτες. Διαμορφώνει αίσθημα ασφάλειας, αφού υπερασπίζεται με τον πιο δραστικό τρόπο το δικαίωμα της ζωής των πολλών.
6.      Το ανεπανόρθωτο της θανατικής ποινής είναι παραπλανητικό επιχείρημα. Στην ουσία, κάθε ποινή πέραν της χρηματικής είναι ανεπανόρθωτη. Ποιος αποζημιώνει άραγε τα χρόνια εγκλεισμού που έχει υποστεί κάποιος, όταν αποδεικνύεται η αθωότητά του χρόνια αργότερα; Και ποιος έχει το θάρρος να ισχυριστεί πως θα έπρεπε να καταργηθεί και η ίδια η ποινή της φυλάκισης, μόνο και μόνο εξαιτίας της πιθανότητας λάθους; Κατά τον ίδιο τρόπο, η πιθανότητα άδικης εκτέλεσης κάποιου εξαιτίας δικαστικής πλάνης δεν αναιρεί την αναγκαιότητα της ίδιας της ποινής. 


Γ. Επιχειρήματα των πολέμιων της θανατικής ποινής

1.      Η αποτελεσματικότητα της θανατικής ποινής δεν έχει αποδειχθεί. Στις χώρες όπου ισχύει, δεν έχουν περιοριστεί τα ειδεχθή και στυγνά εγκλήματα. Αντίθετα, διαπράττονται καθημερινά σε αμείωτους ρυθμούς (πρβλ. ΗΠΑ)
2.      Όπως έχει αποδειχτεί, η ποινή των ισοβίων μπορεί να προστατεύσει την κοινωνία από επικίνδυνους κακοποιούς σε ικανοποιητικό βαθμό. Σύμφωνα με όλες τις στατιστικές, οι περιπτώσεις εγκληματικής υποτροπής πρώην ισοβιτών που αποφυλακίζονται ύστερα από δεκαετίες εγκλεισμού είναι ελάχιστες και αφορούν κυρίως μικρά εγκλήματα (όχι δολοφονίες).
3.      Η θανατική ποινή αποτελεί από κάθε άποψη ένα προμελετημένο έγκλημα της πολιτείας, που αποβλέπει στην εκδίκηση και όχι στο σωφρονισμό. Μέσω της επιβολής της ποινής του θανάτου η πολιτεία εξομοιώνεται με το δολοφόνο, επιδεικνύοντας απέναντι στην αξία της ανθρώπινης ζωής την ίδια αδιαφορία και στερώντας τη με την ίδια στυγνότητα.
4.      Η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια αποτελούν αυταξίες, μεγέθη απόλυτα. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τις αφαιρέσει - ούτε και η πολιτεία! Δεν είναι δυνατόν στη σημερινή εποχή άνθρωποι, ανεξάρτητα του τι έχουν κάνει, να υποβάλλονται στο ψυχολογικό βασανιστήριο της αναμονής του θανάτου και στη μαρτυρική βίωσή του πάνω σε ηλεκτρικές καρέκλες ή μέσα σε θαλάμους αερίων, έχοντας τα ψυχρά βλέμματα των κρατικών λειτουργών και των οργισμένων συγγενών των θυμάτων τους στραμμένα πάνω τους. Ο εθισμός μιας κοινωνίας στο έγκλημα, η διαιώνιση του θεσμού του δήμιου, που, αποενοχοποιημένος και αμείλικτος, εκτελεί το ανυπεράσπιστο θύμα του μπροστά στον αιμοδιψή και εκδικητικό όχλο, καλλιεργεί μία κουλτούρα κοινωνικού κανιβαλισμού.
5.      Η ζωή δεν είναι αντίθεση άσπρου-μαύρου και η κοινωνία δε χωρίζεται σε «καλούς» και «κακούς». Ένας στυγερός δολοφόνος, προτού δολοφονηθεί, θα πρέπει να εξεταστούν οι συνθήκες που τον έκαναν αυτό που είναι. Στις ΗΠΑ οι περισσότερες εκτελέσεις αφορούν άτομα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων και ιδιαίτερα μέλη των φυλετικών και εθνικών μειονοτήτων (μαύρους και ισπανόφωνους). Μία ηθικιστική λογική, που παραβλέπει τις συνθήκες ζωής που επικρατούν στα γκέτο και αντιμετωπίζει αυτούς τους εγκληματίες γενικά κι αόριστα ως «παρανοϊκά κτήνη», υποκρύπτει τάσεις ολοκληρωτισμού.
6.      Πέραν όμως της ανθρωπιστικής πλευράς, υπάρχει και το καθαρά τεχνικό ζήτημα. Σε περίπτωση δικαστικής πλάνης ένας άνθρωπος μπορεί να εκτελεστεί, ενώ είναι αθώος. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και στο βαθμό που η αθωότητά του αποδειχτεί κάποια χρόνια αργότερα, το σφάλμα της δικαιοσύνης δε μπορεί να ανακληθεί (ενώ, αν είχε κλειστεί στη φυλακή, θα μπορούσε να απελευθερωθεί και να του δοθεί μία σεβαστή χρηματική αποζημίωση).
7.      Επίσης, η θανατική ποινή επιτρέπει στο κράτος να γιγαντώνει την εξουσία του επί των πολιτών, χρησιμοποιώντας τη μάλιστα ενίοτε και ως μέσο πολιτικής τρομοκράτησης (πρβλ. ελληνικό Εμφύλιο).

Δ. Προτάσεις

1.      Οποιαδήποτε ποινή, όσο σκληρή κι αν είναι, δε μπορεί να εξαλείψει το έγκλημα. Όσο θα υπάρχουν νόμοι (ακόμα και στην ίδια τη φύση) θα υπάρχουν και παραβάτες, που είναι αδύνατον να εκλείψουν. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να εξαλειφθούν οι λόγοι που οδηγούν στην έξαρση της εγκληματικότητας: η φτώχεια, η αμάθεια και η κοινωνική περιθωριοποίηση. Στο βαθμό που θα οξύνονται τα κοινωνικά προβλήματα, τα φαινόμενα βίας και παραβατικότητας θα εντείνονται. Και η απάντηση δε μπορεί να είναι ο ολοκληρωτισμός και η κρατική κτηνωδία, αλλά η πρόληψη μέσω της δικαιότερης αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου (αυξήσεις μισθών, αναβάθμιση βιοτικού επιπέδου, υιοθέτηση πολιτικών στήριξης και απασχόλησης κ.ά.) και της παιδείας.
2.      Για τα ιδιαζόντως ειδεχθή και αποτρόπαια εγκλήματα, η ποινή των ισοβίων επαρκεί. Η θανατική ποινή οφείλει να καταργηθεί.
3.      Εκσυγχρονισμός του σωφρονιστικού συστήματος, βελτίωση των όρων ζωής των κρατουμένων. Στόχος: η κοινωνική τους επανένταξη, όχι η εξόντωσή τους
4.      Οι διανοούμενοι, τα Μ.Μ.Ε. και η παιδεία πρέπει να ευαισθητοποιήσουν τον κόσμο γύρω από το ζήτημα και να του εμφυσήσουν τα ιδεώδη της δημοκρατίας, του ελέους και της ανεκτικότητας. Όσο οξυμένα και αν είναι τα κοινωνικά φαινόμενα βίας και εγκληματικότητας, το δημοκρατικό πνεύμα και τα ανθρώπινα δικαιώματα οφείλουν να διαφυλαχθούν. Δεν είναι δυνατόν, ύστερα από τόσα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί κατά καιρούς στο όνομα της δικαιοσύνης, να διολισθαίνουμε σε μία φασίζουσα λογική, χωρίζοντας την κοινωνία σε «ευυπόληπτους πολίτες» και σε «παράσιτα», που οφείλουν να εξαλειφθούν.


ΕΚΘΕΣΗ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ: ΘΕΜΑ ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ




Αυθαίρετη, άδικη και αμετάκλητη...

Η πραγματικότητα για τη θανατική ποινή είναι ότι εκείνος που εκτελείται και που χάνεται, συχνά καταδικάζεται όχι μόνο για τη φύση του εγκλήματος που διέπραξε αλλά και για την εθνική και ταξική προέλευσή του, τα οικονομικά του μέσα ή τις πολιτικές απόψεις του.
Όταν η δυνατότητα σωστής νομικής εκπροσώπησης γίνεται ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για την τελική έκβαση της δίκης, τότε τα φυλετικά οικονομικά και ταξικά ζητήματα αποκτούν ζωτική σημασία και επιδρούν πάνω στη διοίκηση της δικαστικής εξουσίας. Οι πλούσιοι και εκείνοι που έχουν ισχυρές πολιτικές γνωριμίες, αλλά και τα μέλη των κυρίαρχων φυλετικών και εθνικών ομάδων είναι λιγότερο πιθανό να καταδικαστούν σε θάνατο ή να καταδικαστούν για εγκλήματα ανάλογης σπουδαιότητας απ’ ό,τι οι φτωχοί, οι αντιφρονούντες και τα μέλη των θρησκευτικών και πολιτικών μειονοτήτων.
Η πιθανότητα της δικαστικής πλάνης, για οποιονδήποτε λόγο, αποκτά μεγαλύτερη σημασία στις περιπτώσεις που αφορούν αδικήματα που τιμωρούνται με θάνατο, ακριβώς επειδή η θανατική ποινή είναι αμετάκλητη.
Όντας αμετακίνητη έχει αναγνωρισθεί σαν ποιοτικά διαφορετική απ' όλες τις άλλες μορφές ποινών. Από τη στιγμή που θα εκτελεσθεί δεν μπορεί να μετατραπεί. Η επιβολή της θανατική ς ποινής αρνείται τη σύγχρονη αντίληψη της ποινικολογίας που βασίζεται στη θεωρία ότι είναι εφικτή η αναμόρφωση του εγκληματία.
Η σημασία της μη μετατροπής της ποινής γίνεται πιο καθαρά στις χώρες που εφαρμόζουν στην πράξη τη θανατική ποινή σε βάρος των πολιτικών αντιπάλων τους. Η θανατική ποινή σ' αυτές τις περιπτώσεις καθοδηγείται από την κυβερνητική πολιτική και επιβάλλεται από δικαστήρια που δεν έχουν ανεξάρτητη κρίση. Τα πολιτικά εγκλήματα, για τα οποία μπορεί να επιβληθεί η θανατική ποινή, κάτω από τέτοιες συνθήκες, μπορούν να καθοριστούν με τέτοιο τρόπο που στην ουσία οποιαδήποτε πολιτική δράση αντίθετη με την κυβερνητική πολιτική να θεωρείται αδίκημα που τιμωρείται με θάνατο.
Συχνά λέγεται ότι η θανατική ποινή είναι ένα χρήσιμο όργανο στην κρατική προσπάθεια για την καταστολή της πολιτικής βίας, ότι δηλαδή η προοπτική της εκτέλεσης θα αποτρέψει τις βίαιες πολιτικές αντιδράσεις. Παρ' όλα αυτά, σε πολλές περιπτώσεις, άντρες και γυναίκες, πεπεισμένοι για τη νομιμότητα των αγώνων τους, είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για τα πιστεύω τους. Όπως έχουν επισημάνει αρμόδιοι δημόσιοι υπάλληλοι ­υπεύθυνοι για την καταπολέμηση τέτοιων εγκλημάτων - οι εκτελέσεις είναι πιο πιθανό να αυξήσουν τις τρομοκρατικές ενέργειες παρά να τις αναχαιτίσουν.

ΔΟΜΗ - ΠΥΚΝΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

1. Να καταρτίσετε το διάγραμμα του κειμένου.
2. Να συνοψίσετε το περιεχόμενο του κειμένου σε μία παράγραφο περίπου 100 λέξεων.

ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΛEΞΙΛΟΓIΚH ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

3.  Διαβάστε τα παρακάτω στοιχεία για τη θανατική ποινή και τοποθετείστε. τα έτσι, ώστε δύο τοποθετήσεις κάθε φορά να οδηγούν σε ένα συμπέρασμα. Τα συμπεράσματα να καταλήξουν στην κύρια θέση κρίση.
α. Η θανατική ποινή προσβάλλει τα ανθρώπινα δικαιώματα.
β. Αναζωπυρώνεται η τρομοκρατία λόγω της θανάτωσης κάποιων ατόμων.
γ. Ο αμετάκλητος χαρακτήρας της πρέπει να μας ευαισθητοποιήσει, αφού οι πιθανότητες δικαστικής πλάνης είναι υπαρκτές.
δ. Δεν αμβλύνθηκε η δράση των εμπόρων των ναρκωτικών.
ε. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα μέσω της θανατική ς ποινής εξοντώνουν τους πολιτικούς αντιπάλους.
στ. Πολλοί υποστηρίζουν την εφαρμογή της σε ειδικές περιπτώσεις, αλλά και σε αυτές αποδεικνύεται αναποτελεσματική.
ζ. Η εφαρμογή της καταδικάζεται ως αναποτελεσματική και αντιανθρωπιστική.

4.  Με τι είδους συλλογιστική πορεία οργανώνονται τα παρακάτω επιχειρήματα;
α. Η δικαστική πλάνη είναι μια πιθανότητα που ενυπάρχει σε κάθε δικαστική απόφαση.
Άρα η επιβολή θανατικής ποινής μπορεί να είναι απόρροια δικαστικής πλάνης.
β. Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε περιπτώσεις οργανωμένου εμπορίου ναρκωτικών αρμόζει η θανατική ποινή.
Οι στατιστικές όμως δείχνουν ότι η ποινή δε λειτουργεί αποτρεπτικά.
Έτσι αποδεικνύεται (και σε αυτή την περίπτωση) η αναποτελεσματικότητά της.
γ. Η τρομοκρατία είναι εγκληματική ενέργεια που σκορπά το θάνατο.
Κάθε ενέργεια που προκαλεί το θάνατο πρέπει να επισείει την εσχάτη των ποινών.
Άρα, οι τρομοκράτες πρέπει να καταδικάζονται στην εσχάτη των ποινών.

5. Να ελέγξετε την εγκυρότητα, την αλήθεια και την ορθότητα των προηγούμενων συλλογισμών.
Να τοποθετήσετε τα διακριτικά σύμβολα + ή - στο αντίστοιχο πλαίσιο και στην πορεία να δικαιολογήσετε κάθε αρνητική απάντηση, εάν υπάρχει.

Συλλογισμοί
Αλήθεια
Εγκυρότητα
Ορθότητα
Α



Β



Γ




Δικαιολόγηση: (εάν χρειάζεται)


Διαγώνισμα Α΄ Λυκείου: Γλωσσομάθεια

Φροντιστηριακός Ιστότοπος: Διαγώνισμα Α΄ Λυκείου: Γλωσσομάθεια : ΚΕΙΜΕΝΟ Η παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα στην οποία ζούμε είναι ένα διπρό...